μαρτύριον


μαρτύριον
τὸ μαρτύριον свидетельство; мученичество

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μαρτύριον" в других словарях:

  • μαρτύριον — testimony neut nom/voc/acc sg μαρτυρέω bear witness imperf ind act 3rd pl (doric) μαρτυρέω bear witness imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτυρίοις — μαρτύριον testimony neut dat pl μαρτυρέω bear witness pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτυρίοισι — μαρτύριον testimony neut dat pl (epic ionic aeolic) μαρτυρέω bear witness pres part act masc/neut dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτυρίου — μαρτύριον testimony neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτυρίων — μαρτύριον testimony neut gen pl μαρτυρέω bear witness pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτυρίῳ — μαρτύριον testimony neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαρτύρια — μαρτύριον testimony neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • моучениѥ — МОУЧЕНИ|Ѥ (304), ˫А с. 1. Страдание, мука, мучение; у христиан – мученический подвиг во имя Христа: •з҃• бо мѣстъ ѥсть разньствъ м(о)лтвьныихъ. отъ сихъ три подъ страхъмь сѹть и подъ мѹчениѥмь. ины же четыри сп҃саѥмыихъ сѹть. (ὑπὸ... κόλλασιν)… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • μαρτύριο — το (AM μαρτύριον) 1. αποδεικτικό στοιχείο, τεκμήριο (α. «τα δακτυλικά αποτυπώματα είναι το ισχυρότερο μαρτύριο τής ενοχής του» β. «μαρτύριον δέ Δήλου γὰρ καθαιρομένης...», Θουκ.) 2. κακοποίηση ή βασανιστήριο μέχρι θανάτου («οι χριστιανοί… …   Dictionary of Greek

  • Ανδρέας (άγιος) — Αδελφός του Αποστόλου Πέτρου και ένας από τους 12 Αποστόλους. Καταγόταν από τη Βηθεσδά της Γαλιλαίας (Ιω. 1,44) και ήταν μαθητής του Ιωάννη του Προδρόμου, πριν γίνει μαθητής του Χριστού (Ιω. 1,40 εξ.). Ονομάζεται Πρωτόκλητος,γιατί ήταν από τους… …   Dictionary of Greek

  • Papyrus 46 — New Testament manuscripts papyri • uncials • minuscules • lectionaries Papyrus 46 A folio …   Wikipedia